INTERNATIONAL ASSOCIATION OF ART CRITICS GREEK SECTION

Home page

DOSSIER AICA HELLAS - ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΒΕΛΑ

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΒΕΛΑ: ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

To πρώτο έργο χώρου στην Ελλάδα, γκαλερί Άστορ, 1970.
Γνωμικά γραμμένα στους τοίχους και το πάτωμα, Αίθουσα Τέχνης Αθηνών-Χίλτον, 1971.
To αιχμηρό περιβάλλον της Καραβέλα στο Grand Palais, 1977

Μαρία Καραβέλα

 

1938: Η Μαρία Καραβέλα γεννιέται στο Διακοφτό Αιγιαλείας.

 

1962: Αποφοιτά από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας μετά από τετράχρονη μαθητεία δίπλα στον Γιάννη Μόραλη και τον Κώστα Γραμματόπουλο. Δίπλωμα ζωγραφικής και χαρακτικής. Την ίδια χρονιά παίρνει και το δίπλωμα θεωρητικών σπουδών.

 

1963: Δίπλωμα ειδίκευσης στη βυζαντινή τέχνη από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.

 

1967: Διορίζεται επιμελήτρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στην έδρα του Νίκου Εγγονόπουλου και διδάσκει σχέδιο. Την ίδια περίοδο διδάσκει βυζαντινή τέχνη και τοιχογραφία στην Ένωση Ουνιτών σε Ολλανδούς, Γάλλους, Ιταλούς και Βέλγους μαθητές.

 

1968: Παραδόξως, και σε πλήρη αντίθεση με τα φρονήματά της, δέχεται να συμμετάσχει σε κρατική αποστολή, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στη Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας.

 

1969: Τον Οκτώβριο συμμετέχει στην Έκθεση των έξι στην γκαλερί Άστορ με τους Βαλαβανίδη, Δημητρέα, Κυριάκη, Μήλιο και Σόρογκα. «Να είστε ρεαλιστές, να ζητάτε το αδύνατο», το σύνθημα του γαλλικού Μάη χρησιμοποιείται αντί κειμένου στον κατάλογο της έκθεσης.

 

Αρχίζει να ερευνά την έννοια του τρισδιάστατου χώρου.

 

1970 : Τον Απρίλιο εκθέτει ξανά με την άτυπη ομάδα των «έξι» στην Αίθουσα «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης.

Τον Νοέμβριο δημιουργεί το πρώτο έργο χώρου στην Ελλάδα στην γκαλερί Άστορ. Ένα περιβάλλον με μια γύψινη φιγούρα εγκλωβισμένη σε κελί, τσουβάλια με μέλη δήθεν πεθαμένων, δύο φτωχικά έπιπλα, μια αφίσα στον τοίχο, γράμματα στο πάτωμα. Ενσωματώνει τον ήχο μιας σταγόνας νερού που στάζει μονότονα και βασανιστικά. Ο χώρος καλυμμένος όλος με μαύρο χαρτί.

 

Με αφορμή την έκθεση, ο ζωγράφος Αλέκος Κοντόπουλος γράφει στην εφημερίδα Τα Νέα (10-5-1971): «Αναγνωρίζουμε στην εφιαλτική και δραματική σύνθεσι των κοινόχρηστων πραγμάτων την πανάρχαιη θέληση του αληθινού καλλιτέχνη όταν αντιστέκεται, διαμαρτύρεται, οδυνάται και συζητά την συνειδησιακή του ελευθερία έναντι της πραγματικότητος και αποκηρύσσει την εξάρτησί του. Το στοιχείο του τραγικού είναι κυρίαρχο χαρακτηριστικό στο έργο της κ. Καραβέλα».

 

1971: Στις 10 Μαΐου εγκαινιάζεται στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών-Χίλτον η δεύτερη ατομική της έκθεση. Πρόκειται για αναπαράσταση της σκληρής καθημερινότητας στις φυλακές. Κτίζει μέσα στην αίθουσα τοίχους από πυρότουβλα και δημιουργεί περάσματα για τον επισκέπτη αλλά και μακάβριες θεατρικές σκηνές. Γραφές σε τοίχους και δάπεδο.

 

Σε μια γωνιά, στήνει απευθείας στο δάπεδο φτωχικό δείπνο. Αλλού, η καρέκλα του ανακριτή και η λέξη «βοήθεια» γραμμένη με αίμα στον τοίχο.

 

Ο τεχνοκριτικός Στέλιος Λυδάκης γράφει στην εφημερίδα Σημερινά: «Κεντρικό θέμα της παρουσιάσεως αυτής, ήταν ένας εφιάλτης, που όπως στους σουρρεαλιστές εξέφραζε μια τραγική μαγεία βαλπούργιας υφής».

 

Η έκθεση λογοκρίνεται από την αστυνομία σε τρεις μέρες. Η Καραβέλα φεύγει για το Παρίσι όπου εγγράφεται στη Σορβόννη στο τμήμα της Ιστορίας της Τέχνης. Θα παρακολουθήσει μαθήματα έως το 1973.

 

Συμμετέχει στην 7η Μπιενάλε Νέων του Παρισιού που πραγματοποιείται σε ένα υπόστεγο στο Δάσος της Vincennes και στον περιβάλλοντα υπαίθριο χώρο (24 Σεπτεμβρίου – 1 Νοεμβρίου). Διαμορφώνει περάσματα για τον θεατή με ξύλινες σανίδες και αναρτά φιγούρες από λευκά πανιά σαν σημαίες. Η λέξη «βοήθεια» γραμμένη ξανά στον τοίχο, αλυσίδες. Το δάπεδο, ένας πελώριος καμβάς. Το έργο της βραβεύεται από διεθνή επιτροπή.

 

Ο έντονος πολιτικός χαρακτήρας αυτής της δουλειάς της στερεί τη δυνατότητα να επιστρέψει στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

 

Συμμετέχει σε αντιστασιακή εκδήλωση για την Ελλάδα, με τίτλο Entre le rêve et le cauchemar, που πραγματοποιείται στον βορεινό δήμο του Παρισιού Εpinay-sur-Seine (30 Οκτωβρίου – 21 Νοεμβρίου). Η έκθεση φιλοξενείται στο La Maison des Jeunes et de la Culture d'Orgemont.

 

Παράλληλα διοργανώνεται στο δημαρχείο τιμητικό αφιέρωμα για τη ζωή και το έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Γίνονται προβολές των κινηματογραφικών ταινιών Ποτέ την Κυριακή του Ζυλ Ντασσέν (sic), Ζ του Κώστα Γαβρά, Αλέξης Ζορμπάς του Μιχάλη Κακογιάννη, Αναπαράσταση του Θόδωρου Αγγελόπουλου (sic) και Ηλέκτρα του Κακογιάννη. Στις 31 Οκτωβρίου, ημέρα Κυριακή, ο «Θεοδωράκης διευθύνει Θεοδωράκη» και συζητά στη συνέχεια με το κοινό.

 

H Καραβέλα μεταπλάθει το αντιστασιακό περιβάλλον της Μπιενάλε σε νέο έργο. Το διανθίζει με κορδέλες που οριοθετούν τον χώρο, ζωγραφισμένες ελληνικές σημαίες, κείμενα, ένα διαφημιστικό σλόγκαν: «διακοπές στην Ελλάδα...ο λαμπρός ήλιος...η θάλασσα...οι κυανές ακτές...». Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες πραγματικότητες συγκατοικούν στο ίδιο τραυματισμένο κέλυφος.

 

1973: Στις 3 Απριλίου, φέρνει στον κόσμο την κόρη της Ελένη από τον γάμο της με τον Γιάννη Τσελεντή. Εγγράφεται στο κινηματογραφικό τμήμα του Πανεπιστημίου Paris VIII, Vincennes, απ’ όπου θα λάβει δίπλωμα κινηματογράφου το 1977.

 

Δημιουργεί το πρώτο εφήμερο υπαίθριο περιβάλλον της, σε δημόσιο αστικό χώρο του Παρισιού, στο πλαίσιο του 3ου Πολιτιστικού Φεστιβάλ του Δήμου Rosny-sous-Bois (10 – 18 Νοεμβρίου). Παράλληλα, ο δήμος οργανώνει έκθεση ζωγραφικής του Τ. Ξένου, καθώς και έκθεση φωτογραφίας και ντοκουμέντων για την Ελλάδα. Παρέχει πληροφορίες για τη χώρα μας καθημερινά από τις 16.00 έως τις 18.00 και ανοικτή συζήτηση με το κοινό.

 

Για το Rosny-sous-Bois, κτίζει έναν τοίχο στη μέση της πλατείας, μπροστά στο δημαρχείο, με τη βοήθεια δεκαπέντε περίπου φοιτητών Ελλήνων και ξένων. Ο τοίχος λειτουργεί ως οθόνη διπλής όψης. Φιλοξενεί την ελληνική σημαία, φωτογραφίες από τα επεισόδια του Πολυτεχνείου με επεξηγηματικές λεζάντες, τη λέξη «La Grèce». Στο έδαφος, ένα βάζο με πράσινα φύλλα. Δέντρα αλυσοδεμένα.

 

1974: Στήνει εφήμερο υπαίθριο περιβάλλον στο δάσος της Πανεπιστημιούπολης του Orsay, ένα ακόμα αφιέρωμα στη βραδιά του Πολυτεχνείου. Μια πινακίδα με τη λέξη «Grèce» και ένα βέλος καθοδηγεί τους περαστικούς. Χρησιμοποιεί τα δέντρα για να αναρτήσει από εκεί τους «οικείους» κρεμασμένους. Εκατό πάνινες φιγούρες ξεκοιλιασμένες, φωτογραφίες από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στη θέση της κοιλιάς τους. Δίπλα, μπουκάλια με αίμα. Στο τέλος της διαδρομής ένας βράχος με τη λέξη «Ελλάς». Στο χώμα, φωτογραφικά ντοκουμέντα από την επίμαχη βραδιά.

 

Με την μεταπολίτευση, επιστρέφει στην Ελλάδα, δίχως να διακόψει τις ανά περιόδους παρατεταμένες διαμονές στο Παρίσι. Παραιτείται από τη θέση της επιμελήτριας στο Πολυτεχνείο που, χάρη στον Εγγονόπουλο, παρέμενε ανοικτή. Προετοιμάζει την αισθητική πτυχή αφιερώματος στη μνήμη των νεκρών του Πολυτεχνείου που τελικά δεν θα υλοποιηθεί.

 

1975: Στην παραλιακή πλατεία της Κορίνθου, με τη βοήθεια αρκετών νέων, κατασκευάζει δύο εφήμερα έργα. Τιτλοφορούνται Νταχάου και Κύπρος και εκτίθενται για ένα μόνο Σαββατοκύριακο. Η τεχνοκριτικός Βεατρίκη Σπηλιάδη γράφει στην εφημερίδα Καθημερινή (30-9-1975) ότι η αποκεντρωτική εκδήλωση της Καραβέλα «εντάσσεται στις προσπάθειες... που έχουν ιεραποστολικό χαρακτήρα τουλάχιστον για την ελληνική πραγματικότητα, αφού προϋποθέτουν μεγάλο κουράγιο, πολλές θυσίες και σχεδόν θρησκευτική προσήλωση στην ιδέα αυτή. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για μια μορφή τέχνης που έχει στον αιώνα μας τουλάχιστον πρωτοποριακές εκφραστικές μορφές σήμερα».

 

Για το Νταχάου, κτίζει έναν χώρο με τσιμεντόλιθους και κοσμεί το εσωτερικό του με τις γνώριμες πάνινες φιγούρες. Γράμματα παντού. Ένα μαγνητόφωνο με ήχους και προβολή διαφανειών.

 

Για το περιβάλλον Κύπρος, τοποθετεί στην πλατεία μεγάλη οθόνη και προβάλλει ταινία σχετική με τα πρόσφατα γεγονότα του μαρτυρικού νησιού. Κτίζει και έναν τοίχο στον οποίο ζωγραφίζει μια ανθρώπινη μορφή με τη χρήση απλού περιγράμματος. Σαν άδειο σώμα. Διαπεραστικά πολιτικά μηνύματα, χάρτες της Κύπρου ζωγραφισμένοι στο πλακόστρωτο. Είναι, παραδόξως, ένα από τα λίγα έργα πρωτοποριακών Ελλήνων καλλιτεχνών που αφιερώνονται εκείνη την εποχή, εννοιολογικά και θεματικά, στην προδομένη Κύπρο.

 

Η Σπηλιάδη σημειώνει στην εφημερίδα Καθημερινή (7-10-1975): «Η ευρύτατη και αυθόρμητη συμμετοχή του κοινού που κάνοντας απλά βόλτα στην πλατεία, βλέπει και αντιδρά, είναι πολιτιστική προϋπόθεση που καμμιά κλειστή γκαλερί δεν μπορεί να ελπίσει. Αλλά ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η απουσία κάθε εμπορικής υστεροβουλίας. Έτσι η έκθεση χώρου μη έχοντας καμμιά σχέση με το εμπορικό κύκλωμα, προσφέρει μια νέα αγνότητα. Θα έλεγε κανείς, ότι κάτι καινούργιο, μια τέχνη άγνωστη γεννιέται τώρα».

 

1976: Εγγράφεται στο θεατρικό τμήμα του Πανεπιστήμιου Paris VIII, Vincennes, απ’ όπου θα λάβει το 1980 δίπλωμα θεάτρου.

 

Συμμετέχει στην «Ομάδα των 12», μια ερευνητική ομάδα από ψυχολόγους, μαθηματικούς και φοιτητές από το Πανεπιστήμιο Vincennes με την οποία πραγματοποιούν αυτοσχέδια έργα χώρου στους δρόμους του Παρισιού. Με την ίδια ομάδα θα συνεργαστεί για την ταινία της Αντίσταση, που γυρίζεται στην Αθήνα με τη μορφή ντοκιμαντέρ και με πρωτογενείς μαρτυρίες αριστερών αγωνιστών.

 

1977: Στο Grand Palais του Παρισιού δημιουργεί ένα περιβάλλον ενσωματώνοντας ζωντανή ανθρώπινη παρουσία, μια γυναίκα δεμένη με σκοινιά που κείτεται στο πάτωμα. Πολιτικά μηνύματα, φωτογραφίες από διαδηλώσεις, τόξα που κατευθύνουν το βλέμμα, τσαλακωμένα χαρτιά σαν σκουπίδια και σήματα του ναζισμού παντού. Αποσπάσματα και εικόνες του Τύπου με τον Παναγούλη που σκοτώθηκε στο παράξενο τροχαίο της Πρωτομαγιάς του 1976. Το ερώτημα: «Assassinat politique....?». Παραδίπλα, η αναφορά στον γαλλικό Μάη μας ταξιδεύει στο παρελθόν. Επιβεβαιώνει τη σκέψη ότι η Καραβέλα αναμοχλεύει το τραύμα της επταετίας και νοσταλγεί το επαναστατικό κλίμα του γαλλικού Μάη που σίγουρα ταυτίζει με την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

 

Στον κεντρικό τοίχο: «La nouvelle démocratie de la Grèce», ακριβώς πάνω από τη σβάστικα του Χίτλερ. Η Καραβέλα παλινδρομεί στον χρόνο για να συνθέσει ένα διττό, καυστικό και ακραίο σχόλιο. Ταυτίζει τον ναζισμό όχι μόνο με τη δικτατορία των συνταγματαρχών αλλά και με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας που κυβερνά τον τόπο. Καταγγέλλει γραπτά, στη γαλλική γλώσσα, τη συνεργασία Ελλήνων και Αμερικανών, δηλώνει προκλητικά ότι το τρέχον πολίτευμα σκοτώνει την Ελλάδα και επαναλαμβάνει τη φράση «τίποτα δεν άλλαξε».

 

Το καλοκαίρι ολοκληρώνεται, με δική της ευθύνη, η κινηματογραφική ταινία Αντίσταση. Στόχος να χρησιμοποιηθεί ως τμήμα διατομεακών θεαμάτων, συνυφαίνοντας τον κινηματογράφο με το θέατρο, το τραγούδι, τη φωτογραφία, τα εικαστικά. Πειραματισμός απόλυτα επίκαιρος τότε. Η ίδια ορίζει ως «συνθετική τέχνη» τη σύζευξη των διαφορετικών μέσων έκφρασης.

 

Κλείνει συμφωνία με 15 περίπου δήμους της ευρύτερης περιοχής των Αθηνών για υπαίθριες διαδραστικές παραστάσεις «συνθετικής τέχνης» σε πλατείες, σε συνεργασία πάντα με την ερευνητική ομάδα των ξένων. Θέμα: η Εθνική Αντίσταση. Στόχος: η άμεση συμμετοχή των θεατών που με τις παρεμβάσεις τους θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση του εικαστικού θεάματος. Οι παραστάσεις αναβάλλονται για την ερχόμενη άνοιξη λόγω του πρόωρου κρύου.

 

1978: Άρθρο της εφημερίδας Το Βήμα (6-10-1978) ανακοινώνει την απαγόρευση της δημόσιας προβολής του ολοκληρωμένου κινηματογραφικού έργου της από την Πρωτοβάθμια Επιτροπή της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών. Η επιτροπή υποστηρίζει ότι το σενάριο διακρίνεται: «1) για τη μονομέρειά του, 2) καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 1940 μέχρι σήμερα και επομένως δεν έχει σχέση με την αντίσταση, 3) έχει πολιτικές προεκτάσεις και στρέφεται εναντίον σημερινών πολιτικών κομμάτων, 4) εξυμνεί το ΚΚΕ και όχι την Εθνική Αντίσταση και 5) αναμοχλεύει τα πολιτικά πάθη».

 

Η ταινία πράγματι ξέφευγε χρονολογικά από το ιστορικό πλαίσιο της Εθνικής Αντίστασης, αν και δεν έφτανε έως τη δεκαετία του ’70. Κάλυπτε όμως τα χρόνια 1940-50, δηλαδή και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

 

Η Καραβέλα προσφεύγει σε δευτεροβάθμια Επιτροπή Ελέγχου και δηλώνει στην εφημερίδα Τα Νέα (7-10-1978): «Πώς θα δούμε την αντικειμενική ιστορική αλήθεια, αν δεν διασταυρωθούν ελεύθερα απόψεις, γνώμες, πληροφορίες;»

 

Τη λογοκρισία της ταινίας καλύπτουν πλουσιοπάροχα οι εφημερίδες, ανακοινώνοντας ταυτόχρονα τη ματαίωση των εκδηλώσεων –που θα περιλάμβαναν την ταινία ως μέρος «συνθετικού έργου» – στους δήμους της ευρύτερης περιοχής των Αθηνών.

 

1979: Μετά τον θόρυβο στον Τύπο, η Προεδρία της Κυβερνήσεως επιτρέπει τη δημόσια προβολή της ταινίας με την προϋπόθεση ότι το σενάριο θα ξαναδουλευτεί και θα αφαιρεθούν αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις των ανθρώπων που αφηγούνται τη δική τους πτυχή της Ιστορίας.

 

Η Καραβέλα αρνείται. Νέος σάλος στις εφημερίδες. Το Βήμα και η Ελευθεροτυπία δημοσιεύουν την ίδια μέρα (25-1-1979) τις επίμαχες φράσεις που η Κυβέρνηση ζητά να περικοπούν. Στις 18-4-1979, η εφημερίδα Αυγή ανακοινώνει ότι βουλευτές της Αντιπολίτευσης θα κάνουν επερώτηση στη Βουλή σχετικά με την απαγόρευση της ταινίας.

 

27 Ιουνίου: Πλήρης εφαρμογή για πρώτη φορά της «συνθετικής τέχνης» με παράνομη προβολή της ταινίας. Με τη συνεργασία του Πνευματικού Κέντρου Νίκαιας, υλοποιεί δρώμενο στην πλατεία του Αγίου Νικολάου στην Κοκκινιά, με θέμα την Αντίσταση. Οι ζωντανές αφηγήσεις ανθρώπων από τη γειτονιά αντιπαρατίθενται με τις κινηματογραφημένες συνεντεύξεις. Λειτουργούν ως ντοκουμέντα μνήμης. Συμβολικές πράξεις, όπως η παράδοση ματωμένων ρούχων στις μαυροφορεμένες μάνες που είχαν τότε θρηνήσει τα παιδιά τους, κλιμάκωναν το δράμα.

 

Παράλληλα προβλήθηκαν διαφάνειες ενώ ηχούσαν από τα μεγάφωνα διάφορες μουσικές.

 

Η Καραβέλα δηλώνει στην εφημερίδα Πρώτη (15-6-1979): «Σκοπός αυτής της τέχνης είναι να προσελκύσει το διαβάτη που είναι κατ’ αρχήν αδιάφορος. Ακόμα και να τον σοκάρει. Όπως σκοπός της είναι να παίρνει υπόψη τα ιδιαίτερα προβλήματα κάθε περιοχής. Τις πραγματικές ανάγκες της συνοικίας και να αναφέρεται σε αληθινά βιώματα των ανθρώπων της».

 

Η αστυνομία παρεμποδίζει δεύτερη παράσταση «συνθετικής τέχνης», προγραμματισμένη να υλοποιηθεί στον Δήμο Καισαριανής. Τη βίαιη ακύρωση του θεάματος την πληρώνει με την υγεία της.

 

1980: Τέλη Ιανουαρίου συμμετέχει στην έκθεση 16 βιβλία – 16 απόψεις στο Γαλλικό Ινστιτούτο, σε επιμέλεια Βεατρίκης Σπηλιάδη και Ελένης Βαροπούλου.

 

Θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία «Πρότυπου Ερευνητικού Κέντρου Τέχνης Κορίνθου», μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Λόγω έλλειψης χορηγιών, το Κέντρο θα κλείσει μετά από δύο χρόνια. Σκοπός του είναι η αποκέντρωση και η ενημέρωση των κατοίκων της περιφέρειας γύρω από θέματα σύγχρονης τέχνης.

 

1981: Η «Εταιρεία Ελλήνων Τεχνοκριτών», με πρόεδρο τον Αλέξανδρο Ξύδη, οργανώνει τον Μάιο στο Ζάππειο την ιστορική έκθεση Περιβάλλον-Δράση: Τάσεις της ελληνικής τέχνης σήμερα. Στόχος να φέρει «το ευρύτερο κοινό σε επαφή με τις πιο σύγχρονες τάσεις της ελληνικής τέχνης». Συμμετέχει η Καραβέλα με το Ερευνητικό Κέντρο Τέχνης Κορίνθου μαζί με τους Αληθεινό, Απέργη, Δανιήλ, Ζουμπούλη-Γραικού, Λογοθέτη, Μπουτέα, Νικολαίδη, Παπασπύρου, Παραλή, Προδρομίδη, Στασινοπούλου και Τούγια.

 

Το συλλογικό δρώμενο διαρθρώνεται σε δύο μέρη. Το πρώτο τμήμα «Οι κρεμασμένοι» περιλαμβάνει στίχους του Γιάννη Ρίτσου και κείμενα της ομάδας Κορίνθου, ενώ το δεύτερο κείμενα του Ανρί Μισώ. Στην εφημερίδα Αυγή, (3-5-1981) διαβάζουμε ότι «τα κομμάτια έχουν μια συνέχεια με την έννοια ότι το πρώτο προετοιμάζει το δεύτερο, ενώ ταυτόχρονα το ένα είναι τελείως αντίθετο του άλλου». Πραγματοποιεί τη μία μόνο από τις δύο προγραμματισμένες παραστάσεις.

 

1982: Λαμβάνει μέρος στην έκθεση Art et dictature που διοργανώνει ο Ξύδης (2 Οκτωβρίου – 28 Νοεμβρίου) στο πλαίσιο των Ευρωπαλίων στις Βρυξέλλες με τους Αληθεινό, Μπότσογλου, Κανιάρη, Δεκουλάκο, Δημητρέα, Γουναρίδη, Ιωάννου, Κατράκη, Κατζουράκη, Κοκκινίδη, Μανωλιδάκη, Μυταρά, Περδικίδη, Σόρογκα, Ψυχοπαίδη, Θόδωρο, Τούγια και Βενετούλια.

 

Διοργανώνει το Φεστιβάλ Σύγχρονης Τέχνης «Κορινθιακά Πολιτιστικά» από τις 12 έως τις 19 Ιουλίου. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται κινηματογράφος, μουσική, θέατρο, φωτογραφία, εφαρμοσμένες τέχνες και ντιζάιν, θεατρική-εικαστική δράση στο χώρο αλλά και εκπαιδευτικές ομιλίες. Συμμετέχουν μεταξύ άλλων, οι Στεφ. Βασιλειάδης, Γ. Παπαιωάννου, Γ. Κουρουπός, Σ. Σακκάς, Χρ. Σφέτσας, Νέλλη Σεμιτέκολο, Ν. Κούνδουρος, Γ. Σημηριώτης, Ροζαλία Ιωαννίδου, η Καραβέλα και το Πρότυπο Ερευνητικό Κέντρο Τέχνης Κορίνθου. Όλοι οι συντελεστές συμμετέχουν στο Φεστιβάλ αφιλοκερδώς.

 

Στη συνέχεια φεύγει για το Παρίσι.

 

1984: Επιστρέφει στην Ελλάδα

 

1985: Τον Φεβρουάριο πραγματοποιεί ατομική έκθεση στην γκαλερί Δεσμός με σαφή ντανταΐστικό χαρακτήρα. Στόχος, να αφυπνίσει τους θεατές από την αναισθησία της αστικής καθημερινότητας. Στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία (23-2-1985), στο άρθρο με τίτλο «Μια παράσταση-σοκ», προειδοποιεί τους αναγνώστες ότι η νέα της δουλειά είναι πολύ σκληρή και ότι σε αυτούς έγκειται η απόφαση να την παρακολουθήσουν. Ζητάει να φέρουν μια ανθοδέσμη με άσπρα άνθη τα οποία θα χρειαστούν στην παράσταση. Aίτημα ενεργούς συμμετοχής του κοινού.

 

Πρωταγωνιστεί η ίδια, διαβάζοντας το κείμενό της «Βρίζοντας το κοινό» σε έναν χώρο δίχως σκηνή και καθίσματα. Χρησιμοποιεί σωματική κίνηση και εναλλάσσει βίαια τους τόνους της φωνής της. Ταυτόχρονα προβάλλονται ανά διαστήματα διαφάνειες με σκληρές εικόνες ανθρώπινης εξαθλίωσης ενώ ακούγονται εκκωφαντικοί ήχοι μουσικής. Η αίθουσα βυθίζεται απότομα στο σκοτάδι, εντείνοντας τον τρόμο. Η Καραβέλα παριστάνει ότι συνθλίβει με τούβλο ένα κοτόπουλο και ότι βάφει με το αίμα του τα ρούχα και το πρόσωπό της. Στη συνέχεια μεταφέρει ακαθαρσίες δίπλα σε μια ανθοδέσμη και εξαπολύει στο χώρο μικρά μαύρα ποντίκια τα οποία συγκρατεί με πετονιά.

 

Στο άρθρο της «Τέχνη ή πολιτική» στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία (18-3-1986), η Σπηλιάδη την κατηγορεί για «έλλειψη καλλιτεχνικής μετουσίωσης» και επισημαίνει κάποιες αντιφάσεις στην εικαστική εργασία της. Η γενική θεωρητική της στάση είναι πάντως προστατευτική, με ιστορικές αναφορές σε αντίστοιχα δρώμενα βίας Ελλήνων και ξένων πρωτοπόρων καλλιτεχνών. Όπως του γλύπτη Θόδωρου στο Θέατρο Μ. Ριάλδη το 1976, όπου πράγματι σκότωσε ένα ποντίκι για να καταγγείλει, κατά τη Σπηλιάδη, την ασημαντότητα αυτής της πράξης μπρος στις σφαγές χιλιάδων αθώων σε όλο τον κόσμο, υπογραμμίζοντας «την υποκρισία και τον ιηουσιτισμό μας».

 

Από μαρτυρία του Μάνου Παυλίδη, ιδιοκτήτη –με την Έπη Πρωτονωταρίου– της γκαλερί Δεσμός: «Μετά τη έκθεσή της, η Καραβέλα έφυγε για την Κόρινθο. Από τότε την χάσαμε». Η καλλιτέχνης Βάσω Κυριάκη θυμάται ότι η έκθεση της Καραβέλα στον Δεσμό δημιούργησε αντιπάθειες.

 

1986: Από τη συνέντευξή της στην Άντα Αναστασάκη στην εφημερίδα Βραδυνή (2-4-1986), η Καραβέλα πράγματι φαίνεται ότι αντιμετωπίζει προβλήματα. «Θέλω να δείξω τη δουλειά μου προς το καλοκαίρι αλλά δεν βρίσκω χώρο στην Αθήνα. Τώρα είναι δύσκολο. Όλοι φοβούνται τα περσινά. Το αναφέρω και στα κείμενά μου. Όλοι κομματιάζονται για την ησυχία τους...».

 

1986-1992: Περίοδος αυτοσυγκέντρωσης και περισυλλογής. Δεν υπάρχουν ντοκουμέντα στο αρχείο της που να καταγράφουν την εικαστική δραστηριότητά της.

 

1992: Απαγορεύεται από την αστυνομία να στηθεί ο εικαστικός χώρος με τίτλο Ξένες Φωνές στην πλατεία Συντάγματος, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί με το Δήμο Αθηναίων. Ο ίδιος χώρος είχε παρουσιαστεί στο Παρίσι. Ξαναφεύγει για το Παρίσι όπου αρχίζει την έρευνα «Κασέτα-Βιβλίο» που διαρκεί τέσσερα χρόνια.

 

1996: Επιστροφή στην Ελλάδα. Τελειώνει την «Κασέτα-Βιβλίο», 2000 κασέτες με τη φωνή της ίδιας και παράλληλη δράση στον χώρο. Μεγάλη πυρκαγιά ξεσπάει στο εργαστήριό της και καταστρέφει την εργασία, τα αρχεία, τις μελέτες της και μαζί με αυτά και την ταινία Αντίσταση.

 

2004: Κλείνει ο κύκλος της έρευνας του τρισδιάστατου χώρου και των δράσεων σε αυτόν. Η Καραβέλα αρχίζει πάλι να ζωγραφίζει.

 

2005-2006: Συμμετέχει με την προβολή ντοκουμέντων από τα εφήμερα έργα της στην έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Τα χρόνια της αμφισβήτησης: Η τέχνη του ’70 στην Ελλάδα, που πραγματοποιείται στη Νέα Πτέρυγα του Μεγάρου Μουσικής, σε επιμέλεια Μπίας Παπαδοπούλου.

 

2006: Συμμετέχει στην έκθεση Μεγάλη Αναταραχή: 5 Ουτοπίες στο ’70, λίγο πριν-λίγο μετά, στο πλαίσιο «Πάτρα: Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», σε επιμέλεια Θανάση Μουτσόπουλου.

 

2012: Στις 9 Σεπτεμβρίου φεύγει από τη ζωή από ανακοπή καρδιάς. Δύο μέρες αργότερα, την τιμούν με επικήδεια άρθρα οι εφημερίδες Τα Νέα, Καθημερινή, Έθνος, μεταξύ άλλων.

 

Επιμέλεια: Μπία Παπαδοπούλου