INTERNATIONAL ASSOCIATION OF ART CRITICS GREEK SECTION

Home page

DOSSIER AICA HELLAS - ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΒΕΛΑ

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΒΕΛΑ: ΥΠΕΡΒΑΣΕΙΣ ΨΥΧΗΣ

Μια γωνιά από το περιβάλλον της Καραβέλα στη Μπιενάλε Νέων του Παρισιού, 1971. Αρχείο Διοχάντης.
Τμήμα του άρθρου του Georges Boudaille, \"Karavela, la Grecque\", που δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία λογοτεχνική εφημερίδα Les Lettres Françaises τον Ιούλιο του 1971.
Η αφίσα της 7ης Μπιενάλε Νέων του Παρισιού, 1971. Αρχείο Διοχάντης.

Μαρία Καραβέλα: Υπερβάσεις ψυχής  

 

«Εσείς οι άλλοι, οι διανοούμενοι, οι αναρχικοί αστοί, βρίσκετε άλλοθι για να μην κάνετε τίποτα. Να μην κάνετε τίποτα, να μένετε ακίνητοι, να σφίγγετε τους αγκώνες σας κόντρα στο σώμα, να φοράτε γάντια. Εγώ έχω τα χέρια μου βρώμικα. Έως τους αγκώνες. Τα βύθισα στις ακαθαρσίες και στο αίμα»

 

Jean-Paul Sartre, Les Mains Sales, 19481

 

Η ταύτιση ζωής και τέχνης, το απόλυτο ζητούμενο των χρόνων του ’60 και του ’70 διεθνώς, ήταν αυτοσκοπός για την Μαρία Καραβέλα που έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Σεπτέμβριο στα εβδομήντα τέσσερά της χρόνια. Πολιτική καλλιτέχνης, έκανε απροκάλυπτη αντίσταση με το πρωτοποριακό της έργο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, αψηφώντας κάθε κόστος. Λογοκρίθηκε στα τριάντα δύο της για την ατομική της έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών-Χίλτον και έφυγε εν μια νυκτί για το Παρίσι, για να συνεχίσει από εκεί ν’ αφυπνίζει συνειδήσεις για την Ελλάδα.

 

Η εμμονή της με τα ζοφερά χρόνια της ελληνικής ιστορίας την κατατρέχει έκτοτε. Κατά τη μεταπολίτευση και έως τις αρχές της δεκαετίας του ’90, η Καραβέλα αναμοχλεύει συνεχώς τη συλλογική μνήμη. Ερευνά τα σκληρά βιώματα των Ελλήνων και τα μεταλλάσσει σε μια άμεση τέχνη, την οποία η ίδια αποκαλεί «συνθετική»2 για να ορίσει τη διατομεακή σχέση μεταξύ των τεχνών. Εικαστικοί χώροι, επεμβάσεις στο άστυ και την ύπαιθρο, δρώμενα, αυτοσχέδιο διαδραστικό θέατρο δρόμου, κινηματογράφος, προβολές εικόνων, ήχος, όλα εμπλέκονται για να ταράξουν τα σωθικά του θεατή και να του δώσουν μια «γερή γροθιά στο στομάχι».3 Ο θρασύς και βωμολόχος, ντανταϊστικός λόγος της προκαλεί και σοκάρει.

 

Η Καραβέλα είναι απόλυτα ενταγμένη στο διεθνές πνεύμα της εποχής. Είναι ζυμωμένη με τα ουτοπικά οράματα του γαλλικού Μάη, οργισμένη από την ιμπεριαλιστική πολιτική των Αμερικανών και την απάνθρωπη εμπλοκή τους στο Βιετνάμ. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα με την άνοδο των συνταγματαρχών το 1967 και το κλίμα της τρομοκρατίας παρέχουν επιπρόσθετη υπαρξιακή τροφή. Την φορτίζει συνθέμελα.

 

Όπως οι καλλιτέχνες της διεθνούς πρωτοπορίας, έτσι και αυτή αμφισβητεί μέσα από την τέχνη της την εξουσία και το κατεστημένο, παλεύοντας για ένα καλύτερο και δικαιότερο αύριο. Δημιουργεί «αντι-τέχνη», εφήμερα και αντι-εμπορικά έργα, εσκεμμένα δίχως αισθητικές αξίες και με ένα αιχμηρό πολιτικό μήνυμα που μιλά στην ψυχή.

 

Η τέχνη της ενοχλεί όχι μόνο τη στρατοκρατούμενη αλλά και τη μετέπειτα «ελεύθερη» Ελλάδα που δεν αρέσκεται να ανασύρει τις νωπές μνήμες της Ιστορίας. Οι λογοκρισίες συνεχίζονται συστηματικά έως το 1992 όταν η τότε κυβέρνηση της απαγορεύει να στήσει τον χώρο «Ξένες φωνές» στην πλατεία Συντάγματος, όπως είχε συμφωνηθεί με τον Δήμο Αθηναίων. ΄Εργο που είχε παρουσιαστεί στο Παρίσι την ίδια χρονιά.

 

Από τότε και έως το 1996 η Καραβέλα προετοίμαζε ενδελεχή έρευνα για το θεατρικό δρώμενο με τίτλο «Κασέτα - βιβλίο». Το υλικό αυτό, δύο χιλιάδες περίπου κασέτες και cd με τη φωνή της, κάηκε στη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε το 1996 στο εργαστήριό της. Καταστράφηκε επίσης η επανειλημμένως λογοκριμένη ταινία της με τίτλο Αντίσταση, που εμπεριείχε πρωτογενή έρευνα με μαρτυρίες αριστερών, φωτογραφίες, σημειώσεις, προσχέδια, κ.ά.4

 

Από το Ηρακλείτειο πυρ διασώθηκαν ευτυχώς πολλά ντοκουμέντα του προσωπικού της αρχείου. Μου παραχωρήθηκαν για τις ανάγκες της έκθεσης του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Τα χρόνια της αμφισβήτησης: η τέχνη του ’70 στην Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε το 2005-2006 στη Νέα Πτέρυγα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Πορίσματα από τη συνολική μελέτη του αρχείου της δημοσιεύονται για πρώτη φορά στο ειδικό μεταθανάτιο αφιέρωμα για την Μαρία Καραβέλα του ηλεκτρονικού περιοδικού Dossier AICA Hellas.5

 

Τα φιλελληνικά ντοκουμέντα

 

Με αφορμή το έργο και τη δράση της Καραβέλα, το συγκεκριμένο άρθρο ανασύρει από το αρχείο της δύο σημαντικά και άγνωστα έως τώρα ντοκουμέντα. Ρίχνουν φως στο φιλελληνικό κλίμα που δημιούργησε η Καραβέλα στο εξωτερικό κατά την περίοδο της χούντας αλλά και στον πρωταγωνιστικό ρόλο του τότε προέδρου του γαλλικού τμήματος της AICA υπέρ της κατατρεγμένης Ελληνίδας και της ελευθερίας έκφρασης όλων των Ελλήνων καλλιτεχνών.

 

Ο διεθνής αντίκτυπος της αντιστασιακής δουλειάς των Ελλήνων καλλιτεχνών κατά τη διάρκεια της δικτατορίας απομένει να μελετηθεί. Εδώ επιχειρείται μια πρώτη ιχνηλάτιση της ιστορικής αλήθειας.

 

Οι ξένες δημοσιεύσεις που διασώζονται στο αρχείο της Καραβέλα είναι ένα θραύσμα άρθρου του Georges Boudaille με τίτλο «Karavela, la Grecque» στην εβδομαδιαία λογοτεχνική εφημερίδα Les Lettres Françaises, καθώς και μια ανώνυμη ανταπόκριση στην ιταλική εφημερίδα Paese Sera.

 

Από το 1969 έως το 1974, πρόεδρος του γαλλικού τμήματος της ΑICA ήταν ο Georges Boudaille και γενικός επίτροπος της Μπιενάλε Νέων Παρισιού από το 1971. Από το 1958 έως το 1972, διηύθυνε το καλλιτεχνικό τμήμα της εβδομαδιαίας λογοτεχνικής εφημερίδας Les Lettres Françaises της οποίας διευθυντής ήταν ο ποιητής και συγγραφέας Louis Aragon, ιδρυτικό μέλος της ομάδας των σουρεαλιστών το 1924.

 

Το άρθρο του Boudaille στην εφημερίδα Les Lettres Françaises δημοσιεύεται στο φύλλο της 21ης έως 27ης Iουλίου 1971. Δηλαδή, δύο μήνες περίπου μετά τη λογοκρισία της έκθεσης της Καραβέλα στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών-Χίλτον.

 

Φως στο ιστορικό της υπόθεσης ρίχνει το ιταλικό ντοκουμέντο, εξ ου και προτάσσεται παρόλο που χρονολογείται ακόμα αργότερα: στις 13 Σεπτεμβρίου 1971. Φέρει τίτλο «Οι συνταγματάρχες κατάσχουν την έκθεση μιας Ελληνίδας ζωγράφου», υπότιτλο «Μεγάλη απογοήτευση από την έλλειψη ελευθερίας στην Ελλάδα» και τον εξής πρόλογο: «Τα έργα της Μαρίας Καραβέλα, καλλιτέχνιδας με μεγάλο ταλέντο, είναι μια ενοχλητική καταδίκη ενάντια στο καθεστώς. Διαμαρτυρίες σε όλους τους πολιτιστικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους της Γαλλίας. Η έκθεση στη γκαλερί Χίλτον της Αθήνας».

 

Το άρθρο ξεκινάει με την επισήμανση του τόπου και του χρόνου που γράφτηκε, «Παρίσι 13», και αναφέρει μεταξύ άλλων: «Η είδηση (για τη λογοκρισία) φυσικά κρατήθηκε μυστική μέχρι τώρα και μεταδόθηκε μέσω της επικοινωνίας ενός άλλου γνωστού Έλληνα ζωγράφου με τον Πρόεδρο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης, ο οποίος δεν παρέλειψε να διαμαρτυρηθεί. Όπως έκανε και η λογοτεχνική εφημερίδα Les Lettres Français που δημοσίευσε το συμβάν, προκαλώντας κύμα αντιδράσεων ενάντια στους συνταγματάρχες σε όλους τους κύκλους της γαλλικής διανόησης». Το άρθρο καταλήγει ως εξής: «Αλλά οι διαμαρτυρίες δεν ωφέλησαν σε τίποτα... Είναι ένα ακόμα παράδειγμα της ελληνικής ‘ελευθερίας’ που επισημαίνουμε στους αναγνώστες μας».

 

Μαθαίνουμε λοιπόν, ότι στη Γαλλία η Καραβέλα έχει αναστατώσει τους διανοούμενους, και σίγουρα όχι μόνο. Ότι, η Paese Sera έχει ασχοληθεί ξανά με την Ελλάδα και ότι επιδεικνύει φιλελληνική στάση. Ότι, προκαλεί θλίψη στους δημοσιογράφους της η έλλειψη ευαισθησίας των συνταγματαρχών προς τη διεθνή κατακραυγή για την καταπάτηση της ελευθερίας. Τέλος, ενημερωνόμαστε για τις κρυφές διαδικασίες μεταφοράς μιας τέτοιας είδησης αλλά και τις προφυλάξεις που λαμβάνονται για να διατηρηθεί η ανωνυμία του ατόμου που τη διοχετεύει. Η τρομοκρατία θριαμβεύει.

 

Η ανταπόκριση από το Παρίσι πάντως είναι μάλλον προχειρογραμμένη και φανερώνει σχετική άγνοια. Πέρα από τον δαίμονα του τυπογραφείου που κακοποίησε τον τίτλο της γαλλικής εφημερίδας, το όνομα Boudaille δεν αναφέρεται πουθενά. Επιπρόσθετα, ο αρθρογράφος δεν ταυτίζει τον πρόεδρο του γαλλικού τμήματος της ΑICA με τον συντάκτη του κειμένου της εφημερίδας Les Lettres Françaises και έτσι οδηγείται σε ανακρίβειες.

 

Ας επιστρέψουμε όμως στο άρθρο του Βoudaille. Όπως είπαμε, το κείμενό του στο αρχείο της Καραβέλα δεν διασώζεται δυστυχώς ακέραιο. Εδώ, παραθέτουμε όμως όλα τα διασωθέντα τμήματα:

 

«Δεν θα παραλείψουμε να διαμαρτυρηθούμε ενάντια στην κατάχρηση της εξουσίας, σε όλες τις προσβολές προς την ελευθερία έκφρασης των καλλιτεχνών.

Μας μεταφέρθηκε ένα νέο συμβάν. Ήταν στο πλαίσιο της Ελλάδας. Τα γεγονότα είναι, στην ανομβρία τους, γλαφυρά.

 

Τη Δευτέρα 10 Μαΐου 1971 άνοιξε στην γκαλερί Χίλτον της Αθήνας, η έκθεση της ζωγράφου Μαρίας Καραβέλα, ετών 32.

 

Η έκθεση δεν κράτησε παρά τρεις μέρες διότι την Τρίτη παρενέβη η αστυνομία και διέταξε το κλείσιμό της.

 

Η Μαρία Καραβέλα, επιμελήτρια στον καθηγητή Εγγονόπουλο στη Σχολή του Πολυτεχνείου της Αθήνας ...»

 

Εδώ διακόπτεται το κείμενο του αρχείου της για να συνεχίσει ως εξής:

 

«...μια ‘εγκατάσταση’ καταπίεσης με περιφράξεις, επιτοίχιες γραφές, φιγούρες καρφωμένες στους τοίχους ή ριγμένες κάτω, φώτα και μια μουσική υπόκρουση από οδυρμούς, αγωνιώδεις φωνές και ουρλιαχτά.6 Μπόρεσα να δω φωτογραφίες των έργων της Καραβέλα· εάν σε έμπνευση είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας, δεν φέρουν τίποτα σε λεπτομέρεια ή σε εκτέλεση που να μπορεί να σοκάρει ή να αποτελεί υπαινιγμό για ένα καθεστώς αντί για άλλο».

 

Εδώ δυστυχώς κόβεται το κείμενο της εφημερίδας.

 

Αφοπλιστικό, ποιητικό αλλά και άμεσο το θραύσμα του άρθρου του Βoudaille. Μιλάει εύστοχα και με διεισδυτικότητα για τη διαχρονικότητα των πολιτικών θεμάτων αλλά και για τη γλώσσα των υπαινιγμών και των συνειρμών. Γλώσσα που πράγματι ανέσυραν εκείνα τα χρόνια πολλοί Έλληνες καλλιτέχνες για να μεταφέρουν τα πολιτικά τους μηνύματα, εγκαθιδρύοντας μια συνωμοτική σχέση μεταξύ πομπού και δέκτη.7 Όμως, στην περίπτωση της Καραβέλα, η ενσωμάτωση εφημερίδων της εποχής στο εφήμερο περιβάλλον συγκεκριμενοποιούσε τόπο και χρόνο, κάνοντας το θέμα εμφανές.8

 

Η λογοκριμένη έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών-Χίλτον

 

Ας δούμε την έκθεση. Από τις φωτοτυπίες του αρχείου της Καραβέλα, τις δημοσιεύσεις των εφημερίδων και την προσωπική μαρτυρία της Μαριλένας Λιακοπούλου –συνδιευθύντριας τότε, με την Ε. Κωνσταντινίδου, της Αίθουσας Τέχνης Αθηνών-Χίλτον– προκύπτει ότι η καλλιτέχνης κτίζει μέσα στην άπλετη εκθεσιακή αίθουσα, με το επιβλητικό χιώτικο μάρμαρο, τοίχους από πυρότουβλα. Δημιουργεί περάσματα και χαράζει πορείες για τον επισκέπτη αλλά και μακάβριες θεατρικές σκηνές που συνθέτουν ένα ενιαίο περιβάλλον.

 

Οι λευκοί τοίχοι λειτουργούν ως γιγάντιες λευκές σελίδες. Πάνω τους καρφώνεται ένας ιδιότυπος εσταυρωμένος δίπλα στο απόφθεγμα: «désirer la réalité c’ est bien, réaliser ses désirs c’ est mieux» («το να ποθείς την πραγματικότητα είναι καλό, το να πραγματοποιείς τους πόθους σου είναι καλύτερο»).9 Διακρίνεται επίσης η κινέζικη παροιμία «Όταν το δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι ο ηλίθιος κυττά το δάχτυλο». Λευκές φιγούρες-πτώματα κείτονται δίπλα στην επιδαπέδια επιγραφή: «ο χρυσούς αιών ήταν η εποχή που ο χρυσός δεν βασίλευε». Και ένα θραύσμα από το σύνθημα του γαλλικού Μάη: η λέξη «το αδύνατο», από το «να είστε ρεαλιστές – να ζητάτε το αδύνατο».

 

Οι γραφές που απλώνονται σε τοίχους και δάπεδα λειτουργούν σαν πολιτικά πλακάτ. Είναι γραμμένες άλλοτε στα ελληνικά και άλλοτε στα γαλλικά, ανάκατα. Η Καραβέλα δημιουργεί οπτικές αντιπαραθέσεις και συνθέτει μέσα από αυτές διαφορετικούς αφηγηματικούς χρόνους, προκειμένου να αφηγηθεί μια εφιαλτική ιστορία για την καθημερινότητα των κρατούμενων στις φυλακές. Σε μια γωνιά του δαπέδου οριοθετεί έναν χώρο με φθαρμένες ξύλινες σανίδες. Φαίνεται ως φτωχική τραπεζαρία σε πολυτελές φόντο: καρβέλι ψωμί, ποτήρι νερό και πιάτο με λιλιπούτεια λευκή φιγούρα έτοιμη για φάγωμα. Παραδίπλα, ιατρικά αντικείμενα και ένα γνωμικό που δυστυχώς δεν διαβάζεται. Κάπου παρατημένη, μια σόλα παπουτσιού. Ο ιδιότυπος «Μυστικός Δείπνος» δίχως καλεσμένους, υποφωτισμένος και ζοφερός, υποδηλώνει τον επικείμενο θάνατο.

 

Μια άλλη γωνιά του περιβάλλοντος είναι αντίθετα υπερφωτισμένη. Άδεια από ανθρώπους και, όμως, γεμάτη από ανθρώπινες παρουσίες και σιωπηλές κραυγές. Πρόκειται για μια μπρεχτική αναπαράσταση της πραγματικότητας με την καρέκλα του ανακριτή και τη λέξη «βοήθεια» γραμμένη με αίμα στον τοίχο, οι σταγόνες να στάζουν σπαρακτικά στο πάτωμα. Θύμα και θύτης συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο σαν άυλα φαντάσματα. Ο σκηνοθετημένος φωτισμός και, κυρίως, οι αντιθέσεις τονίζουν την τραγικότητα του βιώματος.10

 

Μεταξύ άλλων, την έκθεση της Καραβέλα καλύπτει η τεχνοκριτικός Έφη Ανδρεάδη. Εύστοχα αναφέρει στην εφημερίδα Το Βήμα ότι το έργο της έχει την «πρόθεση να ελευθερωθεί από τον αισθητισμό, τόσο που η μαρτυρία της τείνει να ανήκει στην ‘αντι-τέχνη’».11 Παραθέτουμε ένα απόσπασμα του κειμένου της που περιγράφει ταυτόχρονα το ευρύτερο κλίμα της εποχής: «Μοιάζει μ’ αυτόν τον ψεύτικο πόλεμο που σκηνοθετήσανε φοιτητές και παλιοί πολεμιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν, με οδομαχίες, με όπλα παιχνίδια και κόκκινο μελάνι που έβαφε την άσφαλτο, ξάφνιασαν και αναστάτωσαν τους πλούσιους δρόμους των ειρηνικών τους πόλεων, δίνοντας για λίγη ώρα την γεύση του πολέμου στο Βιετνάμ στους ανύποπτους πολίτες. Αυτή η παράδοξη, σχεδόν σουρεαλιστική αντινομία λειτουργεί και εδώ, μια και ένα τέτοιο θέαμα προβάλλεται μέσα στους αρωματισμένους και κλιματιζόμενους χώρους του Χίλτον».

 

Ενδιαφέρουσα η επισήμανση της ακραίας αντίθεσης μεταξύ του περιεχομένου της έκθεσης και του χώρου που την στεγάζει. Αντίθεση που βοηθά τον θεατή να κάνει συγκρίσεις οι οποίες λειτουργούν καταλυτικά στην ψυχοσύνθεσή του. Η Καραβέλα συνθέτει ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο και τον χώρο. Από τη χλιδή του Χίλτον12 στα ερεβώδη μονοπάτια της ψυχής της, από τον αστικό εφησυχασμό της καθεστηκυίας τάξης στην πολιτική κόλαση της Ελλάδας.

 

Η 7η Μπιενάλε Νέων του Παρισιού

 

Όπως είπαμε, ο Georges Boudaille αναλαμβάνει το 1971 τη θέση του γενικού επιτρόπου στη Μπιενάλε Νέων του Παρισιού, που πραγματοποιείται από τις 24 Σεπτεμβρίου έως τις 1 Νοεμβρίου σε ένα τεράστιο υπόστεγο στο Δάσος της Vincennes και στον περιβάλλοντα υπαίθριο χώρο. Είναι υπεύθυνος για την προβολή των πιο σύγχρονων ζυμώσεων στην τέχνη.

 

Δομεί τη Μπιενάλε σε τέσσερις βασικές θεματικές ενότητες: «Εννοιολογική τέχνη», «υπερ-ρεαλισμός» (σε αυτή την κατηγορία προβάλλονται διάφορες σχολές ρεαλισμού), «παρεμβάσεις» (δράσεις, δρώμενα, εικαστικές παρεμβάσεις στον χώρο) και «Επιλογή 4». Οι τρεις πρώτες τάσεις θα λανσαριστούν ακόμα πιο δυναμικά στα Ντοκουμέντα του Κάσσελ τον επόμενο χρόνο για να θεσμοθετηθούν πλέον επισήμως.13 Αντικατοπτρίζουν τα πιο καυτά ανερχόμενα εικαστικά ρεύματα σε Ευρώπη και Αμερική.

 

Η Μπιενάλε συγκροτείται από εθνικές συμμετοχές14 με τριανταπεντάρηδες επιτρόπους να επιλέγουν συνομήλικους καλλιτέχνες. Τα έργα τους πρόκειται να ενταχθούν στις παραπάνω κατηγορίες από ειδικό επίτροπο προκειμένου να υπάρξει συγκροτημένη νοηματική. Κατά τον Jean Clair, τότε επιμελητή στο Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού, αυτή η μέθοδος γκρουπαρίσματος των έργων σε αισθητικά ρεύματα αποτρέπει την «απίστευτη κακοφωνία» που δημιουργείται με την απλή παράθεση των εθνικών αντιπροσωπειών.15 Σίγουρο είναι πάντως ότι η διαυγής δομή της Μπιενάλε βοηθά τον θεατή να βγάλει κάποια συμπεράσματα για το τι γίνεται τότε στον παγκόσμιο χάρτη της τέχνης.16

 

Ο Boudaille έχει καλέσει επιπρόσθετα τιμώμενους καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο, μεγάλο μέρος από τους οποίους ανήκει στην αφρόκρεμα των νέων ρευμάτων. Στη μακριά λίστα των τιμώμενων καλεσμένων της Μπιενάλε παρελαύνουν οι Vito Acconci, John de Andrea, Robert Barry, Dan Graham, Nancy Graves, Joseph Kosuth, Walter de Maria, Bruce Nauman, Dennis Oppenheim, Adrian Pipper, Richard Serra (Η.Π.Α.), Joseph Beuys, Hanne Darboven (Γερμανία), Pier Paolo Calzolari, Mario Merz, Gilbertο Zorio (Ιταλία), Jan Dibbets (Κάτω Χώρες), Gilbert and Georges, Richard Long, Mel Ramsden, Art and Language Group (Αγγλία), Christian Boltanski, Βen Vautier, Jean le Gac, Gina Pane (Γαλλία), μεταξύ πολλών άλλων.

 

Στη λίστα των καλεσμένων καλλιτεχνών εμφανίζεται και το όνομα της Μαρίας Καραβέλα. Στον κατάλογο της Μπιενάλε καταγράφεται στο τμήμα «Παρεμβάσεις» ως εξής: «Μαρία Καραβέλα, γεννημένη το 1938 στο Διακοφτό (Ελλάς), παρουσιάζεται από τη Γαλλία, Περιβάλλον 1971, 1971 (διάφορα υλικά)».17

 

Ο Boudaille έχει λειτουργήσει ξανά ως ασπίδα σωτηρίας, εντάσσοντας το αντιστασιακό έργο της σε διεθνή θεσμική έκθεση μεγάλης εμβέλειας. Προβάλλει την Καραβέλα δυναμικά και της δίνει την ευκαιρία να εκφράσει τον εικαστικό και πολιτικό της λόγο ανοιχτά, μιλώντας πλέον υπό την προστασία της Γαλλίας.

 

Η Καραβέλα κατασκευάζει για την Μπιενάλε ένα περιβάλλον με πρόχειρα, φτωχά υλικά, δουλεύοντας επί τόπου. Διαμορφώνει χώρους από ξύλινες σανίδες σαν περιφράξεις, χαράζοντας άλλη μια φορά πορείες για τον θεατή.

 

Φιγούρες από λευκά πανιά/μακάβριες άδειες ενδυμασίες αναρτώνται στον χώρο από σκοινιά και αιωρούνται σαν βενετσιάνικες μπουγάδες ή εθνικές σημαίες. Είναι τα σκοτωμένα παλικάρια. Δύο ταυτοποιούνται με γραφή: «Κώστας» και «Παναγούλης». Το όνομα του Παναγούλη προσδιορίζει τον χρόνο αλλά και τον τόπο που διεξάγεται η δράση. Σε μια γωνιά, καρφωμένη στον ξύλινο τοίχο μια μορφή με μυτερή κουκούλα: ο δωσίλογος. Η λέξη «liberté» γραμμένη από πάνω του αλλά και στο πάτωμα το οποίο μετατρέπεται σε πελώριο καμβά. Φιλοξενεί αφηγηματικές ιστορίες που παραπέμπουν σε αστυνομικά σχεδιαγράμματα διερεύνησης φόνου. Χιτσκοκική ατμόσφαιρα παρατεταμένης αγωνίας επικρατεί.

 

Γραμμικά αποτυπώματα από ανθρώπινες φιγούρες σχεδιάζονται πρόχειρα και άναρχα στο δάπεδο όπου συγκατοικούν με διάφορα ετερογενή αντικείμενα: μια λεκάνη με χειρουργικά εργαλεία, τσακισμένα ανθρώπινα μέλη από γύψο, τούβλα, ένα άδειο μπουκάλι, ένα δοχείο με μπογιά, αυτοβιογραφικό σημάδι της δικής της αόρατης παρουσίας.

 

Το έργο της Καραβέλα βραβεύεται από διεθνή επιτροπή. Μαθαίνουμε από την εφημερίδα Το Βήμα (13 Οκτωβρίου 1971) ότι η Ελληνίδα «κρίθηκε από επιτροπή από κριτικούς τέχνης της Γαλλίας, της Αργεντινής, της Βρεττανίας, του Βουκουρεστίου, καθώς και διευθυντάς Μουσείων Σύγχρονης Τέχνης των Ηνωμένων Πολιτειών και της γαλλικής πρωτευούσης» και ότι της απονεμήθηκε βραβείο «αθλοθετημένο από την πόλη του Παρισιού».

 

Ο Michael Gibson επιβεβαιώνει την είδηση του βραβείου στο άρθρο του στο περιοδικό Art in America. Ξεκινάει μάλιστα την περιγραφή του τμήματος «Παρεμβάσεις» με την Ελληνίδα καλλιτέχνιδα : «Το τμήμα ‘Παρέμβαση’ περιλάμβανε περιβάλλοντα όπως αυτό της Ελληνίδας Μαρίας Καραβέλα (η οποία κέρδισε βραβείο)».

 

Παρενθετικά, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Gibson –αμερικανός ιστορικός τέχνης και τεχνοκριτικός που είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι από το 1958– ήταν και αυτός φιλέλληνας. Είχε μεταφράσει στα γαλλικά το βιβλίο του καθηγητή της Οξφόρδης E. R. Dodds The Greeks and the Irrational ενόψει της έκδοσης του στο Παρίσι από τον οίκο Aubier Montaigne το 1965.18 «Ένα από τα βιβλία αναφοράς του 20ού αιώνα», το χαρακτηρίζει ο ανθρωπολόγος Claude Lévi-Strauss.

 

Ο Gibson περιγράφει το έργο της Καραβέλα ως έναν κλειστό χώρο από ξύλινες σανίδες με αλυσίδες να κρέμονται, αίματα να στάζουν και τη λέξη «Βοήθεια» (παραθέτει τη λέξη αρχικά στα ελληνικά) να λεκιάζει έναν από τους τοίχους. Αυτήν ακριβώς τη σκηνή απεικονίζει η ασπρόμαυρη φωτογραφία του τετρασέλιδου άρθρου, μία από τις πέντε, όλες κι όλες, που το εικονογραφούν.

 

Η φωτογραφία του Αrt in America δεν υπάρχει στο αρχείο της Καραβέλα, εντοπίστηκε όμως στο αρχείο της Διοχάντης. Λειτουργεί συμπληρωματικά, βοηθώντας μας να σχηματίσουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη για το έργο της. Η συγκεκριμένη σκηνή παραπέμπει άμεσα στην έκθεση της Αίθουσας Τέχνης Αθηνών-Χίλτον. Η Καραβέλα αναπαράγει το πιο συγκλονιστικό, ίσως, τμήμα του παλιού περιβάλλοντος αντικαθιστώντας την καρέκλα του ανακριτή με τις αλυσίδες της φυλακής.

 

Ένα έγγραφο βιβλιογραφίας από το αρχείο της Kαραβέλα αποκαλύπτει και άλλα δημοσιεύματα γύρω από τη δουλειά της στα ξένα περιοδικά τέχνης Οpus International, L’Oeil και L’Art Vivant. Aλλά και πολλές αναφορές σε μερικά από τα σημαντικότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης του εξωτερικού. Παραθέτουμε τη λίστα: Le Monde, Le Nouvel Observateur, Εxpress, France Soir, Liberation, Le Matin, Corriere della Sera, London Observer. Η ακρίβεια των στοιχείων της βιβλιογραφίας θα εξακριβωθεί, εύχομαι, στο σύντομο μέλλον. Μόνο τότε θα είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την πλήρη προσφορά της Καραβέλα στην τέχνη αλλά και στην Ελλάδα.

 

Είναι βέβαιο πάντως, ότι μέχρι η Καραβέλα να επιστρέψει στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, η εικαστική της παρουσία στο Παρίσι ήταν γενναία, τολμηρή, ιδιαίτερα δυναμική, άμεση και συγκινητική. Τα έργα χώρου που υλοποίησε στους δήμους του Παρισιού Εpinay-sur-Seine (1971), Rosny-sous-Bois (1973) και στην Πανεπιστημιούπολη του Orsay (1974) ήταν τραγικές κραυγές διαμαρτυρίας. Η λέξη «Grèce» εμφανιζόταν παντού. Καινούργιο στοιχείο, η ελληνική σημαία. Πολιτικά συνθήματα για τον αγώνα της ελευθερίας, ματωμένα αποτυπώματα, κρεμασμένοι...

 

Στο Rosny-sous-Bois και στο Orsay, η Καραβέλα στήνει τα έργα της στο άστυ και την ύπαιθρο. Η εικαστική καταγγελία της διεισδύει έτσι στην καθημερινή ζωή των περαστικών ανθρώπων και ευαισθητοποιεί όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο για την κατάσταση στη χώρα μας. Και πράγματι, τα εφήμερα περιβάλλοντα της Καραβέλα κατάφεραν να συγκινήσουν ψυχές και να ταράξουν συνειδήσεις.

 

Μπία Παπαδοπούλου

Ιστορικός Τέχνης